επικάτειμι

ἐπικάτειμι (Α)
κατεβαίνω σε κάτι («ἐπικατιόντος τοῡ νοσήματος ἐς τὴν κοιλίαν», Θουκ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + κάτειμι (μέλλ. τού ρ. κατέρχομαι)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπικατιόντα — ἐπικάτειμι go down into pres part act masc acc sg ἐπικάτειμι go down into pres part act neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικατιοῦσα — ἐπικάτειμι go down into pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικατιοῦσαν — ἐπικάτειμι go down into pres part act fem acc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικατιοῦσι — ἐπικάτειμι go down into pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐπικαθίζω set upon fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικατιέναι — ἐπικάτειμι go down into pres inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικατιόντος — ἐπικάτειμι go down into pres part act masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικατῄεσαν — ἐπικάτειμι go down into imperf ind act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικατίῃ — ἐπικάτειμι go down into pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικατιούσας — ἐπικατιούσᾱς , ἐπικάτειμι go down into pres part act fem acc pl (attic epic doric ionic) ἐπικατιούσᾱς , ἐπικάτειμι go down into pres part act fem gen sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επικατέρχομαι — ἐπικατέρχομαι (Α) επικάτειμι* …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.